δαμάσιππος


δαμάσιππος
δαμάσιππος, -ον (Α)
αυτός που δαμάζει τα άλογα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < (θ.) δαμασι-, από τον αόρ. εδάμασα τού ρ. δάμνημι* + ίππος. (Για τον σχηματισμό πρβλ. βροντησικέραυνος, βωτιάνειρα, τερψίμβροτος κ.ά.)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Δαμάσιππος — horse taming masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμάσιππος — horse taming masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμάσιππον — δαμάσιππος horse taming masc/fem acc sg δαμάσιππος horse taming neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δαμασίππου — Δαμάσιππος horse taming masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δαμασίππου — δαμάσιππος horse taming masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Δαμάσιππον — Δαμάσιππος horse taming masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Damasippvs — DAMASIPPVS, i, Gr. Δαμάσιππος, ου, (⇒ Tab. XXIII.) einer von des Ikarus Söhnen, welchen er mit der Periböa, einer Nymphe, zeugete. Apollod. lib. III. c. 10. §. 6 …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • ίππος — I Μονάδα μέτρησης της ισχύος που συμβολίζεται με CV (γαλλικά, Cheval Vapeur) ή HP (αγγλικά, Horse Power). H μονάδα CV χρησιμοποιείται κυρίως για τη μέτρηση ισχύος μηχανών και ισούται με 75 χιλιογραμμόμετρα ανά δευτερόλεπτο ή 736 W. Ο βρετανικός ι …   Dictionary of Greek

  • πέλλα — I Πόλη στην περιοχή της αρχαίας Βοττιαίας, που την έκανε πρωτεύουσα των Μακεδόνων ο Αρχέλαος (413 399 π.Χ.). Υπήρξε έδρα του Φιλίππου και γενέτειρα του Αλεξάνδρου, απετέλεσε σπουδαίο κέντρο του ελληνισμού κατά την εποχή των διαδόχων, περιήλθε… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.